presser
pre
pʁɛ
pre
sser
se
se
paresser

Ορισμός και σημασία του "presser"στα γαλλικά

presser
01

ασκώ πίεση, επιταχύνω

faire agir sous contrainte ou urgence 
presser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
presse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
presserai
ενεστώτα μετοχή
pressant
παθητική μετοχή
pressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pressions
Παραδείγματα
Le directeur a pressé ses employés de travailler plus vite. 

Ο διευθυντής πίεσε τους υπαλλήλους του να δουλέψουν πιο γρήγορα.

02

στίβω, πιέζω

faire sortir un liquide en appliquant une force 
presser definition and meaning
Παραδείγματα
Elle presse une orange pour faire du jus. 

Αυτή πιέζει ένα πορτοκάλι για να φτιάξει χυμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store