Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presser
01
ασκώ πίεση, επιταχύνω
faire agir sous contrainte ou urgence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
presse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
presserai
ενεστώτα μετοχή
pressant
παθητική μετοχή
pressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pressions
Παραδείγματα
Les créanciers pressent l' entreprise de rembourser ses dettes.
Οι πιστωτές πιέζουν την εταιρεία να αποπληρώσει τα χρέη της.
02
στίβω, πιέζω
faire sortir un liquide en appliquant une force
Παραδείγματα
On presse les raisins pour faire du vin.
Πιέζουν τα σταφύλια για να φτιάξουν κρασί.



























