Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La poème en vers
[gender: feminine]
01
ποίημα σε στίχους, ποίημα με ρυθμό
texte littéraire écrit avec un rythme et des rimes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
poèmes en vers
Παραδείγματα
J' aime lire des poèmes en vers avant de dormir.
Μου αρέσει να διαβάζω ποίηση σε στίχους πριν κοιμηθώ.



























