Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pour cent
[gender: masculine]
01
τοις εκατό, ποσοστό
partie d'un tout divisé en cent unités égales
Παραδείγματα
Le pour cent de réussite a baissé cette année.
Το ποσοστό επιτυχίας μειώθηκε φέτος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τοις εκατό, ποσοστό