poudrer
poud
pud
pood
rer
ʁe
re
poudrier

Ορισμός και σημασία του "poudrer"στα γαλλικά

poudrer
01

προσθέτω πούδρα, σκονίζω

appliquer de la poudre sur la peau, le visage, les cheveux ou un objet 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
poudre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
poudrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poudrerai
παθητική μετοχή
poudré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poudrions
Παραδείγματα
Elle se poudre le nez avant de sortir. 

Αυτή ποντάρει τη μύτη της πριν βγει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store