Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poudrer
01
προσθέτω πούδρα, σκονίζω
appliquer de la poudre sur la peau, le visage, les cheveux ou un objet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
poudre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
poudrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poudrerai
παθητική μετοχή
poudré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poudrions
Παραδείγματα
Ils ont poudré les perruques pour la séance photo.
Επόδωσαν τις περούκες για τη φωτογράφιση.



























