le pouce
pouce
pʊs
poos
poulepoupeponce

Ορισμός και σημασία του "pouce"στα γαλλικά

01

αντίχειρας, ο αντίχειρας

doigt le plus court et le plus large de la main, opposable aux autres doigts 
le pouce definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pouces
Παραδείγματα
Il a levé le pouce pour montrer son accord. 

Σήκωσε τον αντίχειρα για να δείξει την έγκρισή του.

02

ίντσα, ίντσα

unité de longueur équivalente à environ 2,54 centimètres 
le pouce definition and meaning
Παραδείγματα
L'écran mesure quinze pouces de diagonale. 

Η οθόνη έχει διαγώνιο δεκαπέντε ίντσες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store