la poterie
pote
pɔt
pawt
rie
ʁi
ri
poterne

Ορισμός και σημασία του "poterie"στα γαλλικά

01

κεραμική, αγγειοπλαστική

art ou activité de fabriquer des objets en argile cuite 
la poterie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle pratique la poterie depuis plusieurs années. 

Ασκεί την κεραμική εδώ και αρκετά χρόνια.

02

κεραμική, αγγειοπλαστική

objets fabriqués en argile cuite, comme des bols, des vases ou des assiettes 
Παραδείγματα
La boutique vend de la poterie faite main. 

Το κατάστημα πουλά κεραμικά χειροποίητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store