Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La poterie
01
κεραμική, αγγειοπλαστική
art ou activité de fabriquer des objets en argile cuite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La poterie demande patience et précision.
Η κεραμική απαιτεί υπομονή και ακρίβεια.
02
κεραμική, αγγειοπλαστική
objets fabriqués en argile cuite, comme des bols, des vases ou des assiettes
Παραδείγματα
Elle a décoré sa cuisine avec de la poterie colorée.
Διακόσμησε την κουζίνα της με πολύχρωμη κεραμική.



























