Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le post-it
01
κολλητή σημείωση, πόστ-ιτ
petit morceau de papier autocollant utilisé pour écrire des notes ou rappels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
post-it
Παραδείγματα
J'ai écrit un message sur un post-it et je l'ai collé sur l'ordinateur.
Έγραψα ένα μήνυμα σε ένα post-it και το κόλλησα στον υπολογιστή.



























