Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La possibilité
01
δυνατότητα, ευκαιρία
chance ou capacité que quelque chose arrive ou soit vrai
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
possibilités
Παραδείγματα
Elle explore la possibilité de déménager.
Εξερευνά τη δυνατότητα μετακόμισης.



























