portugais
por
pɔʁ
pawr
tu
ty
ty
gais
ge

Ορισμός και σημασία του "portugais"στα γαλλικά

01

πορτογαλικός, λουσιτανικός

relatif à la langue, la culture ou la nationalité du Portugal 
portugais definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
portugais
αρσενικό πληθυντικό
portugais
θηλυκό ενικό
portugaise
θηλυκό πληθυντικό
portugaises
Παραδείγματα
Mon professeur est portugais. 
01

Πορτογάλος, Πορτογαλίδα

personne ayant la nationalité portugaise ou venant du Portugal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Portugais
κύριο
Παραδείγματα
Un Portugais vit à Lisbonne. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store