la popularité
popularité
pɔpylaʁite
pawpylarite
polarité

Ορισμός και σημασία του "popularité"στα γαλλικά

La popularité
01

δημοτικότητα, βαθμός αποδοχής ή εκτίμησης από το κοινό

degré d'acceptation ou d'appréciation par le public, notoriété 
la popularité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La popularité du chanteur augmente chaque année. 

Η δημοτικότητα του τραγουδιστή αυξάνεται κάθε χρόνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store