Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pommade
[gender: feminine]
01
αλοιφή, παστίλια
préparation crémeuse appliquée sur la peau pour soigner ou apaiser
Παραδείγματα
La pommade doit être utilisée deux fois par jour.
Η αλοιφή πρέπει να χρησιμοποιείται δύο φορές την ημέρα.



























