la pommade
po
paw
mmade
mad
mad

Ορισμός και σημασία του "pommade"στα γαλλικά

01

αλοιφή, παστίλια

préparation crémeuse appliquée sur la peau pour soigner ou apaiser 
la pommade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pommades
Παραδείγματα
Le médecin m'a donné une pommade pour traiter la brûlure. 

Ο γιατρός μου έδωσε μια αλοιφή για τη θεραπεία του εγκαύματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store