la pollution
pollution
pɔlysjɔ̃
pawlysyaw

Ορισμός και σημασία του "pollution"στα γαλλικά

01

ρύπανση, μόλυνση

contamination de l'air, de l'eau ou du sol par des substances nocives 
la pollution definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pollutions
Παραδείγματα
La pollution de l'air est un problème mondial. 

Η ρύπανση του αέρα είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα.

Λεξικό Δέντρο

pollution
pollute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store