Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poli
01
qui montre du respect et de la courtoisie envers les autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus poli
συγκριτικός βαθμός
plus poli
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
poli
αρσενικό πληθυντικό
polis
θηλυκό ενικό
polie
θηλυκό πληθυντικό
polies
Παραδείγματα
Il est toujours poli avec les adultes.
02
ευγενικός, σεβαστικός
fait de manière respectueuse ou courtoise
Παραδείγματα
Elle a répondu poliment à la question.
Απάντησε ευγενικά στην ερώτηση.



























