Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pochette
01
τσάντα χεριού, μικρή τσάντα
petit sac souvent porté à la main, utilisé pour transporter des objets personnels
Παραδείγματα
Elle porte une pochette noire pour la soirée.
Κουβαλάει μια μαύρη ποσέτ για το βράδυ.
02
θήκη, φάκελος
petite enveloppe ou sachet pour contenir des objets plats comme un CD, un disque vinyle ou des documents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pochettes
Παραδείγματα
Il a mis le CD dans sa pochette en plastique.
Έβαλε το CD στην πλαστική θήκη του.



























