plier
plier
plije
pliye
pilierpilerpalierprier

Ορισμός και σημασία του "plier"στα γαλλικά

01

διπλώνω, καμπυλώνω

mettre quelque chose en deux ou en plusieurs parties en le repliant 
plier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plierai
ενεστώτα μετοχή
pliant
παθητική μετοχή
plié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pliions
Παραδείγματα
Il plie le fil de fer pour faire une forme. 

Λυγίζει το σύρμα για να φτιάξει ένα σχήμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store