Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plier
01
διπλώνω, καμπυλώνω
mettre quelque chose en deux ou en plusieurs parties en le repliant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plierai
ενεστώτα μετοχή
pliant
παθητική μετοχή
plié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pliions
Παραδείγματα
Il plie le fil de fer pour faire une forme.
Λυγίζει το σύρμα για να φτιάξει ένα σχήμα.



























