Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le plateau
[gender: masculine]
01
δίσκος, πατάρι
surface plane et rigide utilisée pour porter ou présenter des objets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plateaux
Παραδείγματα
Peux - tu me passer le plateau de fromages?
Μπορείς να μου περάσεις το δίσκο με τα τυριά;
02
σετ, σκηνή
espace où se déroule un tournage ou une émission télévisée
Παραδείγματα
La température sur le plateau est très élevée à cause des projecteurs.
03
οροπέδιο, υψίπεδο
étendue de terrain plat et élevé par rapport aux zones environnantes
Παραδείγματα
L' érosion a progressivement réduit la taille du plateau.
Η διάβρωση μείωσε σταδιακά το μέγεθος του οροπεδίου.



























