Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le plateau
01
δίσκος, πατάρι
surface plane et rigide utilisée pour porter ou présenter des objets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plateaux
Παραδείγματα
Le serveur apporte les boissons sur un plateau.
Ο σερβιτόρος φέρνει τα ποτά σε ένα δίσκο.
02
σετ, σκηνή
espace où se déroule un tournage ou une émission télévisée
Παραδείγματα
Les invités sont déjà sur le plateau.
03
οροπέδιο, υψίπεδο
étendue de terrain plat et élevé par rapport aux zones environnantes
Παραδείγματα
Le plateau tibétain est le plus haut du monde.
Το Θιβετιανό οροπέδιο είναι το υψηλότερο στον κόσμο.



























