Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plaindre
01
ressentir de la compassion ou de la pitié pour quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plains
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plaignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plaindrai
ενεστώτα μετοχή
plaignant
παθητική μετοχή
plaint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plaignions
Παραδείγματα
Je plains les enfants qui vivent dans la pauvreté.
02
exprimer son mécontentement ou sa souffrance
Παραδείγματα
Elle se plaint toujours de son travail.
03
παραπονιέμαι, βογγάω
exprimer sa douleur ou son inconfort de façon répétée
Παραδείγματα
Il se plaint toujours de son mal de dos.
Πάντα παραπονιέται για τον πόνο στην πλάτη του.



























