Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le plafond
01
ταβάνι, οροφή
surface horizontale qui ferme la partie supérieure d'une pièce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plafonds
Παραδείγματα
Le plafond de la chambre est peint en blanc.
Η οροφή του δωματίου είναι βαμμένη λευκή.
02
όριο, ταβάνι
limite supérieure imposée dans un cadre légal, financier ou administratif.
Παραδείγματα
Le plafond des salaires est fixé par la loi.
Το ανώτατο όριο των μισθών καθορίζεται από το νόμο.



























