Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La place
01
θέση, κάθισμα
position assignée à une personne dans un véhicule ou un lieu
Παραδείγματα
J'ai réservé une place près de la fenêtre.
Κράτησα ένα θέση δίπλα στο παράθυρο.
02
θέση στάθμευσης, χώρος στάθμευσης
espace prévu pour garer un véhicule
Παραδείγματα
Je cherche une place pour me garer.
Ψάχνω για θέση για να παρκάρω.
03
θέση, κατάταξη
rang ou position dans un classement ou une compétition
Παραδείγματα
Elle a obtenu la première place au concours.
Κέρδισε την πρώτη θέση στον διαγωνισμό.
04
πλατεία, δημόσια πλατεία
espace public ouvert, souvent situé au centre d'une ville
Παραδείγματα
La place est pleine de monde le dimanche.
Η πλατεία είναι γεμάτη κόσμο την Κυριακή.
05
θέση, χώρος
espace disponible ou occupé dans un endroit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
places
Παραδείγματα
Il n'y a plus de place dans la voiture.
Δεν υπάρχει άλλο χώρος στο αυτοκίνητο.
06
θέση, αξίωμα
fonction ou rôle occupé dans une organisation ou une société
Παραδείγματα
Il occupe une place importante dans l'entreprise.
Κατέχει μια σημαντική θέση στην εταιρεία.



























