le piédestal
pié
pje
πγε
des
dɛs
ντεσ
tal
tal
ταλ

Ορισμός και σημασία του "piédestal"στα γαλλικά

01

βάση, βάθρο

base sur laquelle repose une statue, une colonne ou un monument 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
piédestaux
Παραδείγματα
La statue repose sur un piédestal en marbre. 

Το άγαλμα στηρίζεται σε ένα μαρμάρινο βάθρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store