Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pivoter
01
περιστρέφομαι, στρίβω
tourner autour d'un point fixe ou d'un axe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pivote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pivotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pivoterai
παθητική μετοχή
pivoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pivotions
Παραδείγματα
Le danseur pivote sur un pied.
Ο χορευτής περιστρέφεται σε ένα πόδι.
02
περιστρέφομαι, γυρίζω
se tourner soi-même autour d'un axe ou pour changer de direction
Παραδείγματα
Elle se pivote pour regarder l'écran derrière elle.
Αυτή στρίβει για να κοιτάξει την οθόνη πίσω της.



























