la piscine
pisc
pis
pis
ine
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "piscine"στα γαλλικά

01

πισίνα, κολυμβητήριο

bassin aménagé pour nager ou se baigner 
la piscine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
piscines
Παραδείγματα
Les enfants jouent dans la piscine. 

Τα παιδιά παίζουν στην πισίνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store