le pinceau
pinceau
pɛ̃so
peso
pineauponceau

Ορισμός και σημασία του "pinceau"στα γαλλικά

01

πινέλο, πινέλο ζωγραφικής

outil avec des poils utilisés pour peindre ou appliquer une couleur 
le pinceau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pinceaux
Παραδείγματα
L'artiste tient son pinceau avec précision. 

Ο καλλιτέχνης κρατάει το πινέλο του με ακρίβεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store