la pince
pince
pɛ̃s
pes
piècepinteprinceponce

Ορισμός και σημασία του "pince"στα γαλλικά

01

πένσα, τσιμπίδα

outil servant à saisir, serrer ou couper 
la pince definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pinces
Παραδείγματα
Passe-moi la pince pour tenir ce clou. 

Πέρασέ μου την πένσα για να κρατήσω αυτό το καρφί.

02

νύχι, τσιμπίδα

outil pour saisir, tenir ou tirer quelque chose 
Παραδείγματα
Le crabe se défend avec ses pinces. 

Ο καβούρι αμύνεται με τα δόντια του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store