le pichet
pi
pi
πι
chet
ʃɛ
σε
guichet

Ορισμός και σημασία του "pichet"στα γαλλικά

01

κανάτα, κούπα

récipient avec anse et souvent bec verseur, utilisé pour servir des liquides comme l'eau, le jus ou le vin 
le pichet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pichets
Παραδείγματα
Elle a rempli le pichet d'eau fraîche pour la table. 

Γέμισε το κανάτι με φρέσκο νερό για το τραπέζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store