Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le PIB
01
Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, ΑΕΠ
indicateur économique qui mesure la valeur totale des biens et services produits dans un pays sur une période donnée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
PIB
Παραδείγματα
Le gouvernement cherche à stimuler le PIB grâce aux investissements publics.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να τονώσει το ΑΕΠ μέσω δημόσιων επενδύσεων.



























