le piano
Pronunciation
/pjano/

Ορισμός και σημασία του "piano"στα γαλλικά

Le piano
[gender: masculine]
01

πιάνο, πληκτροφόρο όργανο

instrument de musique à clavier qui produit des sons en frappant des cordes
le piano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pianos
Παραδείγματα
Mon grand-père avait un vieux piano chez lui.
Ο παππούς μου είχε ένα παλιό πιάνο στο σπίτι του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store