Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pianiste
01
πιανίστας, εκτελεστής πιάνου
quelqu'un qui pratique le piano, amateur ou professionnel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pianistes
Παραδείγματα
Il est pianiste dans un groupe de jazz.
Είναι πιανίστας σε μια τζαζ μπάντα.



























