photocopier
photocopier
fɔtɔkɔpje
fawtawkawpye
tergiverserchâtaignierécarquillerflexibilité

Ορισμός και σημασία του "photocopier"στα γαλλικά

photocopier
01

φωτοτυπώ, αντιγράφω με φωτοτυπικό μηχάνημα

reproduire un document à l'aide d'une photocopieuse 
photocopier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
photocopie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
photocopions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
photocopierai
παθητική μετοχή
photocopié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
photocopiions
Παραδείγματα
J'ai photocopié les documents pour la réunion. 

Φωτοαντιγράφησα τα έγγραφα για τη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store