la pharmacie
phar
faʁ
φαρ
ma
ma
μα
cie
si
σι

Ορισμός και σημασία του "pharmacie"στα γαλλικά

01

φαρμακείο, φαρμακοπωλείο

magasin l'on vend des médicaments et des produits de santé 
la pharmacie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pharmacies
Παραδείγματα
La pharmacie est ouverte jusqu'à 20 heures. 

Το φαρμακείο είναι ανοιχτό μέχρι τις 20 ώρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store