le petit jeuner
pe
πα
tit
ti
τι
de
ντε
jeu
ʒœ
ζœ
ner
ne
νε

Ορισμός και σημασία του "petit déjeuner"στα γαλλικά

Le petit déjeuner
01

πρωινό, πρωινό γεύμα

repas que l'on prend le matin 
le petit déjeuner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
petits déjeuners
Παραδείγματα
Je prends mon petit déjeuner à 7 heures. 

Παίρνω το πρωινό μου στις 7.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store