la paupière
pau
po
po
pière
pjɛʁ
pyer

Ορισμός και σημασία του "paupière"στα γαλλικά

01

βλέφαρο, βλέφαρο

pli de peau qui couvre et protège l'œil 
la paupière definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
paupières
Παραδείγματα
La paupière se ferme automatiquement pour protéger l'œil. 

Το βλέφαρο κλείνει αυτόματα για να προστατεύσει το μάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store