la patte
patte
pɑt
paat
patatepacte

Ορισμός και σημασία του "patte"στα γαλλικά

01

πόδι, νύχι

membre d'un animal qui sert à marcher, courir, sauter ou grimper 
la patte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pattes
Παραδείγματα
Le chat lèche sa patte. 

Η γάτα γλείφει το πόδι της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store