le patineur
pa
pa
πα
ti
ti
τι
neur
nœʁ
νœρ
patiner

Ορισμός και σημασία του "patineur"στα γαλλικά

01

πατινέρ, σκέιτερ

personne  qui pratique le patinage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
patineurs
αρσενικό ενικό
patineur
θηλυκό ενικό
patineuse
neutral form
patineur·euse
Παραδείγματα
Le patineur a exécuté un triple axel. 

Ο πατινέρ εκτέλεσε έναν τριπλό άξελ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store