le patinage
Pronunciation
/patinaʒ/

Ορισμός και σημασία του "patinage"στα γαλλικά

01

πατινάζ, ολίσθηση στον πάγο

sport de glisser sur la glace avec des patins
le patinage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ils pratiquent le patinage dans la patinoire municipale.
Ασκούνται στο πατινάζ στο δημοτικό παγοδρόμιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store