patient
patient
pasjɑ̃
pasyaa
patent

Ορισμός και σημασία του "patient"στα γαλλικά

01

υπομονετικός, ανεκτικός

capable d'attendre ou de supporter sans se plaindre 
patient definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus patient
συγκριτικός βαθμός
plus patient
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
patient
αρσενικό πληθυντικό
patients
θηλυκό ενικό
patiente
θηλυκό πληθυντικό
patientes
θεματικό πεδίο
comportement, tempérament, attitude
Παραδείγματα
Sois patient, le bus arrive dans 10 minutes. 

Να είσαι υπομονετικός, το λεωφορείο φτάνει σε 10 λεπτά.

01

ασθενής, άρρωστος

personne qui reçoit des soins médicaux 
le patient definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
patients
αρσενικό ενικό
patient
θηλυκό ενικό
patiente
neutral form
personne soignée
Παραδείγματα
Le patient attend dans la salle d'examen. 

Ο ασθενής περιμένει στην αίθουσα εξέτασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impatient
patient
pati
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store