pathologique
pa
pa
pa
tho
taw
lo
law
gique
ʒɪk
zhik

Ορισμός και σημασία του "pathologique"στα γαλλικά

pathologique
01

παθολογικός, ανώμαλος

qui est excessif, compulsif ou anormal et semble être un trouble 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pathologique
αρσενικό πληθυντικό
pathologiques
θηλυκό ενικό
pathologique
θηλυκό πληθυντικό
pathologiques
Παραδείγματα
Il a une peur pathologique de l'échec. 

Έχει ένα παθολογικό φόβο της αποτυχίας.

02

παθολογικός, νοσηρός

qui concerne une maladie ou un trouble du corps ou de l'esprit 
Παραδείγματα
La fatigue pathologique nécessite un examen médical. 

Η παθολογική κόπωση απαιτεί ιατρική εξέταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store