le passé
Pronunciation
/pɑse/

Ορισμός και σημασία του "passé"στα γαλλικά

Le passé
[gender: masculine]
01

παρελθόν, παρελθοντικός χρόνος

temps qui précède le moment présent
le passé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle veut oublier son passé douloureux.
Θέλει να ξεχάσει το οδυνηρό παρελθόν της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store