Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passionner
01
παθιάζομαι, ενθουσιάζομαι
éprouver un grand intérêt ou enthousiasme pour quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
passionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
passionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
passionnerai
ενεστώτα μετοχή
passionnant
παθητική μετοχή
passionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
passionnions
Παραδείγματα
Elle se passionne pour la musique classique.
Αυτή παθιάζεται με την κλασική μουσική.
02
παθιασμένος, γοητεύω
susciter un grand intérêt ou enthousiasme chez quelqu'un
Παραδείγματα
Ce roman passionne les jeunes lecteurs.
Αυτό το μυθιστόρημα συναρπάζει τους νέους αναγνώστες.



























