Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le parvis
01
espace découvert situé devant l'entrée d'un édifice, notamment religieux , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parvis
Παραδείγματα
Les fidèles se sont rassemblés sur le parvis.



























