Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le partenariat
01
συνεργασία, συνεταιρισμός
relation de coopération entre deux personnes, groupes ou entreprises pour atteindre un but commun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
partenariats
Παραδείγματα
Ils ont signé un partenariat pour développer un nouveau produit.
Υπέγραψαν μια συνεργασία για την ανάπτυξη ενός νέου προϊόντος.



























