Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
partager
01
μοιράζομαι, διαμοιράζω
diviser et donner une partie de quelque chose à d'autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
partage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
partageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
partagerai
ενεστώτα μετοχή
partageant
παθητική μετοχή
partagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
partagions
Παραδείγματα
Je partage mon gâteau avec toi.
Μοιράζομαι το κέικ μου μαζί σου.
02
μοιράζομαι, έχω κοινό
avoir en commun une opinion, un sentiment ou une expérience
Παραδείγματα
Je partage ton avis.
Μοιράζομαι τη γνώμη σου.
03
μοιράζομαι, δημοσιεύω
publier ou montrer quelque chose aux autres (surtout sur internet)
Παραδείγματα
J'ai partagé une photo sur les réseaux sociaux.



























