Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La paroisse
01
ενορία, ενορία
territoire religieux placé sous la responsabilité d'un curé, parfois utilisé aussi comme subdivision administrative locale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
paroisses
Παραδείγματα
Le prêtre célèbre la messe dans la paroisse chaque dimanche.
Ο ιερέας τελεί τη λειτουργία στην ενορία κάθε Κυριακή.
LanGeek



























