Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paranoïaque
01
παρανοϊκός, παρανοϊκή
qui présente des comportements ou des pensées basés sur la méfiance excessive et le sentiment d'être menacé
Παραδείγματα
Il adopte une attitude paranoïaque face aux médias.
Υιοθετεί μια παρανοϊκή στάση απέναντι στα μέσα ενημέρωσης.
02
παρανοϊκός, παρανοϊκή
qui est lié au trouble de la paranoïa ou aux idées de persécution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paranoïaque
αρσενικό πληθυντικό
paranoïaques
θηλυκό ενικό
paranoïaque
θηλυκό πληθυντικό
paranoïaques
Παραδείγματα
Les pensées paranoïaques sont fréquentes dans ce type de trouble.
Οι παρανοϊκές σκέψεις είναι συχνές σε αυτόν τον τύπο διαταραχής.
Le paranoïaque
01
παρανοϊκός, παρανοϊκή
personne souffrant d'un trouble caractérisé par des idées de persécution ou une méfiance excessive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paranoïaques
Παραδείγματα
Le paranoïaque croit que tout le monde complote contre lui.
Ο παρανοϊκός πιστεύει ότι όλοι συνωμοτούν εναντίον του.



























