paralysé
Pronunciation
/paʀalize/

Ορισμός και σημασία του "paralysé"στα γαλλικά

01

παραλυμένος, ακίνητος

qui a perdu la capacité de bouger une partie du corps
paralysé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus paralysé
συγκριτικός βαθμός
plus paralysé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paralysé
αρσενικό πληθυντικό
paralysés
θηλυκό ενικό
paralysée
θηλυκό πληθυντικό
paralysées
Παραδείγματα
Beaucoup de soldats sont revenus paralysés de la guerre.
Πολλοί στρατιώτες επέστρεψαν παραλυμένοι από τον πόλεμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store