Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le parachutisme
01
αλεξιπτωτισμός, άλμα με αλεξίπτωτο
activité consistant à sauter d'un avion en chute libre puis à ralentir sa descente grâce à un parachute
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le parachutisme procure une montée d'adrénaline intense.
Το αλεξίπτωτο προσφέρει μια έντονη αύξηση της αδρεναλίνης.



























