le parachutisme
pa
pa
πα
ra
ʁa
ρα
chu
ʃy
συ
tisme
tism
τισμ

Ορισμός και σημασία του "parachutisme"στα γαλλικά

Le parachutisme
01

αλεξιπτωτισμός, άλμα με αλεξίπτωτο

activité consistant à sauter d'un avion en chute libre puis à ralentir sa descente grâce à un parachute 
le parachutisme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le parachutisme procure une montée d'adrénaline intense. 

Το αλεξίπτωτο προσφέρει μια έντονη αύξηση της αδρεναλίνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store