Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le papillon
[gender: masculine]
01
πεταλούδα, λεπιδόπτερα
insecte volant aux ailes souvent colorées et aux motifs variés
Παραδείγματα
Un papillon s' est posé sur mon épaule.
Μια πεταλούδα κάθισε στον ώμο μου.



























