Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pansement
01
επίδεσμος, διάδεση
un tissu ou une bande appliquée sur une blessure pour la protéger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pansements
Παραδείγματα
Après l' opération, le pansement doit être changé régulièrement.
Μετά την επέμβαση, ο επίδεσμος πρέπει να αλλάζεται τακτικά.



























