Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le panier
[gender: masculine]
01
καλάθι, κάνιστρο
objet creux, souvent en osier ou en plastique, utilisé pour porter ou ranger des choses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paniers
Παραδείγματα
J' ai pris un panier pour faire mes courses.
Πήρα ένα καλάθι για να κάνω τα ψώνια μου.



























