la pandémie
pandémie
pɑ̃demi
paademi

Ορισμός και σημασία του "pandémie"στα γαλλικά

01

πανδημία, παγκόσμια επιδημία

propagation d'une maladie sur une très grande échelle, souvent à travers plusieurs pays ou continents 
la pandémie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pandémies
Παραδείγματα
La pandémie de COVID-19 a touché presque tous les pays du monde. 

Η πανδημία COVID-19 επηρέασε σχεδόν όλες τις χώρες του κόσμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store